ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΟΝ XΑΡΟΛΝΤ ΠΙΝΤΕΡ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗΣ

της Νάντιας Βαλαβάνη

«Το 1958 έγραφα: “Δεν υπάρχουν ξεκάθαρες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο πραγματικό και στο μη πραγματικό ούτε ανάμεσα στο αληθινό και στο ψευδές…” Πιστεύω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν ακόμα νόημα στη διερεύνηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης. Κι έτσι ως συγγραφέας τους υποστηρίζω ακόμα. Αλλά ως πολίτης δε μπορώ να το κάνω. Ως πολίτης είμαι υποχρεωμένος να θέσω το ερώτημα: Τι είναι αληθινό; Τι είναι ψευδές; … Για να διατηρηθεί η εξουσία είναι ουσιαστικό να παραμένουν οι άνθρωποι σε κατάσταση άγνοιας, να ζουν αγνοώντας την αλήθεια, ακόμα και την αλήθεια της δικής τους ζωής. Έτσι αυτό που μας περιβάλλει είναι μια πελώρια ταπισερί ψεμάτων, απ’ την οποία τρεφόμαστε.»

Ο Χάρολντ Πίντερ μας είχε ουσιαστικά αποχαιρετίσει 3 χρόνια πριν βαριά άρρωστος, κληροδοτώντας μας το «διαμάντι» της διάλεξης του με τίτλο «Η τέχνη, τα ψέματα και η πολιτική». Η διάλεξη μεταδόθηκε βιντεοσκοπημένη κατά την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας: Μια συγκλονιστική εικόνα, με τον Πίντερ, που βγήκε από το νοσοκομείο μόνο για τη βιντεοσκόπηση και επέστρεψε κατευθείαν σ’ αυτό, να μιλά καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Στην πατρίδα του το κείμενο της δημοσιεύτηκε σε μία εφημερίδα, την Γκάρντιαν, και μεταδόθηκε από ένα συνδρομητικό κανάλι. Το BBC και όλα τα υπόλοιπα μέσα την αγνόησαν επιδεικτικά. Όπως λέει ειρωνικά ο ίδιος ο Πίντερ σ’ αυτήν: «Δε συνέβη ποτέ… Δεν είχε καμιά σημασία. Ήταν χωρίς ενδιαφέρον.»
Γι΄ αυτό αισθάνομαι την ανάγκη ν΄ αποχαιρετίσω σήμερα το τρίτο μέλος στην τριάδα των σημαντικότερων δραματουργών του 20ου αιώνα – οι άλλοι δύο είναι ο Μπρεχτ και ο Μπέκετ – με αναφορά πριν απ’ όλα στη στάση του. Το έργο ενός τέτοιου δραματουργού, σεναριογράφου, ποιητή, ηθοποιού και σκηνοθέτη αποκτά εξάλλου μια δική του, αυτονομημένη ζωή. Το θέατρο που τον έκανε διάσημο είναι ενταγμένο στο συλλογικό ασυνείδητο της γενιάς μας, που το αγάπησε κατά την εφηβική μας ηλικία στη δικτατορία στο γενικό αμπαλάζ «θέατρο του παράλογου». Και σήμερα, που ανεβαίνει ξανά το ενδιαφέρον για το πολιτικό στην τέχνη, η ελάχιστα γνωστή στην Ελλάδα θεατρική δημιουργία του των δύο τελευταίων δεκαετιών, χαρακτηρισμένη ως πολιτικό θέατρο «πιντερικής» υφής, με το Ashes to Αshes στο επίκεντρο της, σίγουρα θα έχει περισσότερες ευκαιρίες να παρασταθεί και να συζητηθεί. Η Σουηδική Ακαδημία, εξάλλου, στην απόφαση της για την απονομή του Νόμπελ τη χαρακτήρισε με μεγάλη οξυδέρκεια: «Αποκαλύπτει τις αβύσσους κάτω απ’ την καθημερινή μικροκουβέντα και παραβιάζει την είσοδο στα κλειστά δωμάτια της καταπίεσης.»
Γιατί όμως σήμερα η στάση του Πίντερ έχει τέτοιο ενδιαφέρον, σχεδόν μεγαλύτερο κι απ’ το έργο του;
Μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, χαρακτηριστικό της στάσης των διανοούμενων που θεωρούσαν εαυτόν ενταγμένο στην αριστερά ήταν, ξεκινώντας απ΄ την ίδια τους την πατρίδα, ο διαχωρισμός από την εξουσία και τις πολιτικές της. Αυτή η προεξάρχουσα στάση εξασφάλιζε και την ουσιαστική ανεξαρτησία του καλλιτεχνικού τους έργου από τα αισθητικά κελεύσματα της ακαδημίας ή της “μόδας” όσο και από τις δεσμεύσεις της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής. Και δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και ολόκληρα πειραματικά μοντερνιστικά κινήματα πρωτοπορίας, όπως συνέβη μαζικά κατά τα πρώτα χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στην ΕΣΣΔ ή με τους αριστερούς διανοούμενους στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μπολιάστηκαν με ένα πνεύμα συλλογικότητας και αντίστασης, που επέτρεψε για πρώτη φορά στους καλλιτέχνες να ξεφύγουν από τα πνιγηρά ακροατήρια των φιλότεχνων αστών σε αναζήτηση ενός νέου αναγνωστικού, θεατρικού και κινηματογραφικού κοινού ανάμεσα στα νεώτερα ηλικιακά τμήματα της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων. Με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και την κατάρρευση της όποιας ιδεολογικής ηγεμονίας διέθετε η αριστερά στο χώρο του πολιτισμού και των ιδεών, όμως, ο λεγόμενος “μεταφορντικός” καπιταλιστικός κόσμος κατάφερε, μεταξύ καταναλωτικού πρότυπου, life-style, κυριαρχίας του πιο άγριου ατομισμού και ανταγωνισμού και προπαντός σείοντας το καρότο του «θεσμικού» διανοούμενου, να μετασχηματίσει τη μεγάλη πλειοψηφία της σύγχρονης διανόησης σ’ «ενσωματωμένους». [Οι επίσημα «ενσωματωμένοι» δημοσιογράφοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν υπήρξαν μόνο η τελευταία και η τυπικότερη έκφραση αυτής της πολύ ευρύτερης διαδικασίας]. Από τα μίντια, το βιβλίο, την εικόνα, την ακαδημαϊκή κοινότητα δε ζητά παρά ένα αντάλλαγμα: «Δε συνέβη ποτέ… Ήταν χωρίς ενδιαφέρον.»
Ο Πίντερ δε θα μπορούσε να σταθεί περισσότερο κόντρα στο ρεύμα αυτής της πραγματικότητας.
Το εβραιόπουλο της εργατικής τάξης του Χάκνει γνώρισε τον κόσμο “από τα κάτω” όσο και “από τα πάνω”. Έφηβος αλώνιζε τις εργατογειτονιές μαζί με τη “συμμορία” των 5 φίλων του, χαρισματικά παιδιά των λαϊκών συνοικιών που μεθούσαν με ποίηση, πεζογραφία και θέατρο και δεν υποχωρούσαν στην τρομοκρατία των φασιστικών ομάδων του μεταπολεμικού Λονδίνου. Το 1948, στα 18 του και μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, αρνήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό επικαλούμενος λόγους συνείδησης και ρισκάροντας να πάει φυλακή. Για να επιβιώσει ως καλλιτέχνης δούλευε επί χρόνια ως χειρώνακτας, από πορτιέρης ως φτυαριστής χιονιού.
Ανοιχτά δημόσια πολιτική θέση για τον κόσμο γύρω του πήρε, όμως, για πρώτη φορά μόνο στα 43 του, το 1973, ανταποκρινόμενος στην έκκληση της ηθοποιού Πέγκυ Άσκροφτ να καταδικάσει το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα στη Χιλή. Κι από τότε, σε μια εποχή που άλλοι διανοούμενοι άρχιζαν να “θάβουν” περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά το παρελθόν τους, δεν ξανάκλεισε το στόμα του: Όρθωσε το πνευματικό του ανάστημα στην πάλη ενάντια στον θατσερισμό και τον ρηγκανισμό, ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στον Κόλπο, το Κόσοβο, τη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, ενάντια στην διπροσωπία των δυτικών δημοκρατιών και την κατάπνιξη των κοινωνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων μέσα κι έξω από το έδαφος τους, ενάντια στη θανατηφόρα συμπαιγνία ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασίλειου. Αντίθετα από άλλους σημαντικούς σύγχρονους Εβραίους συγγραφείς με προοδευτικό έργο (κορυφαίο παράδειγμα ο Άμος Οζ), κράτησε σταθερή στάση αρχών απέναντι στο Παλαιστινιακό όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα, όπως μαρτυρά και το σχετικά πρόσφατο κοινό κείμενο που είχε υπογράψει μαζί με άλλους γνωστούς αγγλοεβραίους διανοούμενους - αναβιώνοντας τις καλύτερες παραδόσεις της ευρωπαϊκής εβραϊκής διανόησης και προκαλώντας την μήνι του Ισραήλ αλλά και της εβραϊκής κοινότητας του Ηνωμένου Βασίλειου. Τη στάση του απέναντι στην πραγματικότητα και την αναγκαιότητα για αλλαγή της θα μπορούσε να συνοψίσει πρόσφατη φράση του Πίντερ (την ανέφερε σε συνέντευξη του στην Γκάρντιαν στις 12.7.2007 ο ηθοποιός Χένρυ Γουλφ, ένας από τη εφηβική «συμμορία των 6»: «Η ζωή είναι πολύ όμορφη αλλά ο κόσμος είναι κόλαση.» Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 όλα αυτά τα έκανε συζώντας με μια διανοούμενη λαίδη και τα 6 παιδιά της σε ελίτ περιοχή του Λονδίνου, το Χόλαντ Παρκ.
Στην πατρίδα του η άρχουσα τάξη, η “ενσωματωμένη” διανόηση και τα μίντια αντιμετώπισαν τη θεατρική δημιουργία του των δύο τελευταίων δεκαετιών με ειρωνική ανεκτικότητα και την πολιτική στάση του με χλευασμό. Όταν προς το τέλος της δεκαετίας του ’80 ο Πίντερ και η γυναίκα του πρόσφεραν το σπίτι τους ως χώρο συνάντησης ομάδων που συζητούσαν θέματα τέχνης και πολιτικής την εποχή του νεοφιλελευθερισμού, ξεκίνησε μια συστηματική καμπάνια γελοιοποίησης τους. Η πίεση ήταν τέτοια, που τελικά οι ομάδες αυτές δεν άντεξαν και διαλύθηκαν. Ο ίδιος είπε σε συνέντευξη του (Γκάρντιαν, 14.3.2006): «Ανακάλυψα πως όταν στο παρελθόν έκανα επίθεση στην κατάχρηση εξουσίας από μεριάς ΗΠΑ, με κατάκλυζε η κοροϊδία. Το καλύτερο που είχαν να πουν για μένα ήταν ότι είμαι ηλίθιος. Όλοι ξέρουμε όμως σήμερα τι μας κοιτάζει καταπρόσωπα. Και πιστεύω ότι το είχαμε απέναντι μας εδώ και πολλά χρόνια.»
Όντως, κάποιες πραγματικότητες μας κοιτάζουν πλέον καταπρόσωπα. Δύσκολα να ξεφύγει κανείς απ’ αυτές.
Γράφω αυτές τις γραμμές με τη σκέψη στους δικούς μας διανοούμενους (και τα κείμενα που κυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες, ιδιαίτερα εκείνα που αναφερόταν στο πόσο τους πείραξε η διακοπή από «απολίτιστους» καλλιτέχνες της πρεμιέρας στο Εθνικό…). Και ακούγοντας τα τελευταία νέα από τον εξολοθρεμό στη Γάζα, τις εκατόμβες των νεκρών και τις χιλιάδες των τραυματιών κάτω από εκατοντάδες χιλιάδες τόνους βομβών κι ενώ συνεχίζονται οι οδομαχίες σπίτι-σπίτι σε μια αναμέτρηση καθαρά βιβλικού χαρακτήρα: Δαβίδ και Γολιάθ, αλλά με αναστραμμένους τους ρόλους, με τον Δαβίδ να είναι Φιλισταίος (Παλαιστίνιος). Ένας λαός εξαντλημένος, φυλακισμένος στη στενή λουρίδα της γης του που είναι σχεδόν ότι απέμεινε απ’ την πατρίδα του του 1945 και συμπιεσμένος μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου, χωρίς μέλλον, δουλειά, ηλεκτρικό, φαγητό, φάρμακα, υλικό επίδεσης, αίμα. Με τη φωνή της Τζίπι Λίβνι να επενδύει βίντεο με λαβωμένα και νεκρά παιδιά: «Τα κτυπήματα είναι “χειρουργικά”… Δεν υπάρχει πρόβλημα ανθρωπιστικής κρίσης.» Με το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, χάρη στο αμερικάνικο βέτο, να μην μπορεί να καταλήξει σε οποιαδήποτε απόφαση για σταμάτημα της επίθεσης και της εισβολής. Με την επιμηκυνόμενη σιωπή του Ομπάμα εύγλωττη όσο και οι περίφημες «πιντερικές» θεατρικές παύσεις. Με τις λεγόμενες Δυτικές Δημοκρατίες εγκλωβισμένες - στην καλύτερη περίπτωση – σε μια στάση ίσων αποστάσεων που επιτρέπει να συνεχίζει να ρέει ανενόχλητο το αίμα των αθώων.
Τι θα έλεγε ο Χάρολντ Πίντερ γι’ αυτά, αν δεν είχε πεθάνει προπαραμονή Χριστουγέννων, αν είχε ζήσει λίγα 24ωρα ακόμη;
Ξέρουμε ακριβώς τι θα έλεγε. Είναι σαν ν΄ ακούμε τη μαγνητοσκοπημένη φωνή με την «στεγνή» ειρωνία του 2005: «Δε συνέβη ποτέ. Ποτέ δε συνέβη τίποτα. Ακόμα κι ενώ συνέβαινε, δε συνέβαινε. Δεν είχε καμιά σημασία. Ήταν χωρίς ενδιαφέρον.»
Αυτό που τώρα μας «κοιτάζει καταπρόσωπα» είναι το γεγονός ότι κάθε στιγμή που περνά ενώ η επίθεση στη Γάζα συνεχίζεται, καταστρέφει ανεπανόρθωτα πραγματικούς ανθρώπους, και μαζί τους τις τελευταίες υποδομές ζωής ενός λαού κι ενός πολιτισμού. Μήπως ήρθε η ώρα τελικά κάποια πράγματα ν΄ αρχίσουν ξανά, σε άμεσο, πραγματικό χρόνο, «να συμβαίνουν»; Μήπως ήρθε η ώρα ν΄ αρχίσουμε να κόβουμε τον ομφάλιο λώρο με την «ταπισερί των ψεμάτων»;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ την 12/1/2009